Το Άστυ

Με έκταση περίπου 800 στρεμμάτων το τειχισμένο άστυ ήταν χτισμένο στο κέντρο της χώρας των Αιγών.

Το άστυ χτίστηκε στο σημείο συνάντησης του πανάρχαιου άξονα που, διασχίζοντας τα βουνά, συνέδεε την λεκάνη της Μακεδονίας με την Θεσσαλία με τον δρόμο που οδηγούσε από την δυτική ακτή του Θερμαϊκού στο εσωτερικό του βασιλείου. Εδώ, στην πλαγιά που εκτείνεται ανάμεσα στα σημερινά χωριά Βεργίνα και Παλατίτσια, εκτός από την οχυρή ακρόπολη και τα ιερά, βρίσκονταν τα παλάτια και οι τάφοι των βασιλέων. Οι συνοικισμοί, οι «κώμες» δηλαδή που με το πλήθος τους δικαιολογούν και τον πληθυντικό αριθμό του ονόματος «αι Αιγεαί», ξεκινούν δίπλα από τα τείχη και απλώνονται σε ολόκληρη την περιοχή, διάσπαρτοι στους χαμηλούς λόφους, αλλά και στον κάμπο, σημαδεύοντας με την παρουσία τους την πορεία των αρχαίων δρόμων. Στους κάπως πιο απομακρυσμένους από το κέντρο υπήρχαν μικρά αυτόνομα νεκροταφεία.

Η λέξη Αιγεαί προέρχεται από την ίδια ρίζα με τη λέξη αίγα και σημαίνει ‘ο τόπος με τα πολλά κοπάδια’. Όπως μαρτυρά το όνομα της η οικονομία της πόλης στηριζόταν στην κτηνοτροφία. Το δάσος με τα πολλά θηράματα και την άφθονη ξυλεία, που στα χέρια του βασιλιά γινόταν κύριο επιχείρημα της εξωτερικής του πολιτικής, αλλά και το γειτονικό ποτάμι που λειτουργούσε σαν υδάτινος δρόμος για τη μεταφορά της ξυλείας, προσφέροντας συγχρόνως άφθονο ψάρεμα, συμπλήρωναν τον πλούτο, εξασφαλίζοντας την ευημερία της πόλης. Η ανεξέλεγκτη εξάπλωση της νεκρόπολης στον κάμπο δείχνει ότι η γεωργία μάλλον δεν έπαιζε τον πρωτεύοντα ρόλο, ωστόσο μαζί με την αμπελουργία και τη δενδροκαλλιέργεια, για την οποία η λοφώδης αυτή περιοχή προσφέρει μέχρι σήμερα ιδανικές συνθήκες, εξασφάλιζαν την αυτάρκεια της παραγωγής.

Και ενώ η παλιά μακεδονική πρωτεύουσα με τις αρχαιότροπες οικονομικές δομές που στηρίζονταν κατά κύριο λόγο στην κατοχή και τη νομή της γης δεν έγινε ποτέ ένα σημαίνον βιοτεχνικό και εξαγωγικό κέντρο, ήταν μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια, ακριβώς εξ αιτίας της γενικότερης ευημερίας των κατοίκων της και κυρίως εξ αιτίας της παρουσίας εδώ της πολυμελούς βασιλικής αυλής μια πολύ ενδιαφέρουσα αγορά για προϊόντα, αλλά και για υπηρεσίες περιωπής.

Οχύρωση-Ακρόπολη

Το άστυ των Αιγών ήταν οπωσδήποτε τειχισμένο ήδη στην εποχή του Περδίκκα Β΄ (454-413 π.Χ.). Μια πύλη και ίχνη του τείχους του 5ου προχριστιανικού αιώνα έχουν εντοπιστεί στα βορειοδυτικά του άστεως δίπλα στην ταφική συστάδα των Βασιλισσών.

Στην αρχή της βασιλείας του Φιλίππου Β΄ (359-336 π.Χ.) η οχύρωση ανακατασκευάστηκε, με το νέο τείχος να περιβάλλει την πλαγιά, όπου βρισκόταν το κέντρο της πόλης. Η οχύρωση περιέβαλε επίσης και τα δυο υψώματα στα νότια του ανακτόρου, όπου βρισκόταν η ακρόπολη. Το τείχος είχε πάχος που έφτανε τα 3 μ. και ήταν ενισχυμένο με πύργους. Λίθινο, με μέτωπα από πώρινους γωνιόλιθους, υλικό που μεταφέρθηκε από τα λατομεία του Βερμίου (απόσταση μεγαλύτερη των 10 χλμ.) μέχρι ένα σημαντικό τμήμα του ύψους του, συνεχιζόταν προς τα επάνω με ωμά πλιθιά. Στο ανατολικό τμήμα του τείχους ανοιγόταν μια μεγαλοπρεπής πύλη. Μια μικρότερη υπήρχε στη ΒΔ γωνία του, κάτω από την οποία βρέθηκαν τα λείψανα μιας άλλης που ανήκε στο παλιότερο τείχος του 5ου αι. π.Χ.

To Θέατρο

Το θέατρο στο οποίο δολοφονήθηκε ο Φίλιππος Β’ ιδρύθηκε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., στη βάση του μεγάλου ανδήρου του Ανακτόρου και σε οργανική ενότητα με αυτό.

Η ένταξη των δύο κτισμάτων στο ίδιο οικοδομικό σύνολο αποτελεί το πρότυπο της σύνδεσης του διοικητικού και πολιτικού κέντρου (ανάκτορο) με το κέντρο της πολιτιστικής και πνευματικής δραστηριότητας (θέατρο) που θα γίνει ο κανόνας στα μεγάλα Ελληνιστικά κέντρα (Αλεξάνδρεια). Το θέατρο που έχει καταστραφεί και λιθολογηθεί σχεδόν στο σύνολό του διαθέτει ένα διάζωμα, χωμάτινο σήμερα, ενώ λίθινα εδώλια σώζονται μόνον στην πρώτη σειρά.. Η ορχήστρα του στο κέντρο της οποίας σώζεται το λίθινο θεμέλιο της θυμέλης, του βωμού του Διονύσου έχει διάμετρο 28,40 μ. Από την σκηνή που έκλεινε το θέατρο προς τα βόρεια σώθηκαν μόνον οι θεμελιώσεις.

Τα Ιερά

Το Ιερό της Εύκλειας

Κάτω από το μνημειακό σύνολο του Ανακτόρου και του θεάτρου των Αιγών βρίσκεται το ιερό της Εύκλειας. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από τις λέξεις 'ευ' και 'κλέος', και σημαίνει αυτήν που έχει καλή φήμη, υστεροφημία. Ο κυρίως ναός κατασκευάστηκε τον 4ο αι. π.Χ. ενώ ένας δεύτερος προστέθηκε τον 3ο αι. π.Χ. Το συγκρότημα του ιερού περιλαμβάνει επίσης ένα μεγάλο βωμό, μια μικρή στοά και ένα σχετικά μικρό περιστύλιο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε εδώ στο φως βασιλικά αναθήματα στη θεά, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο της βασίλισσας Ευρυδίκης, μητέρας του Φιλίππου Β'.

Το Ιερό της Κυβέλης

Το Ιερό της Κυβέλης ή Ιερό της Μητέρας των Θεών είναι μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τη λατρεία στις Αιγές. Το ιερό ιδρύθηκε στο κέντρο του αρχαίου άστεως και είχε τη μορφή ενός μεγάλου οικοδομήματος, στον τύπο της αρχαίας οικίας, με ευρύχωρα δωμάτια που οργανώνονται γύρω από μία κεντρική αυλή. Το συνηθέστερο εύρημα από την κύρια φάση της χρήσης του χώρου στα ελληνιστικά χρόνια είναι τα πήλινα ειδώλια της ένθρονης Μητέρας των Θεών-Κυβέλης, με το τύμπανο και τα λιοντάρια.