Η Ιστορία των Αιγών
Οι Αιγές στους αιώνες

«Αι Αιγεαί» ήταν μια πόλη «κατά κώμας», ένα “ανοιχτό” πολεοδομικό μόρφωμα με το «άστυ» στο κέντρο και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς ολόγυρα, ο αριθμός των οποίων δικαιολογεί τον πληθυντικό του ονόματος, όπως συμβαίνει με πολλές άλλες αρχαίες πόλεις, όπως αι Αθήναι, αι Θήβαι, αι Φεραί κ.λπ. Το μόρφωμα αυτό που αναπτύχθηκε οργανικά στο χρόνο αποτυπώνει στο χώρο το αρχαιότροπο μοντέλο μιας κοινωνίας στηριγμένης στην αριστοκρατική δομή των γενών με σημείο αναφοράς και πόλο συνοχής τη βασιλική εξουσία.

Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Περδίκκας Α΄, ένας Δωριέας από το Άργος, απόγονος σύμφωνα με την παράδοση της γενιάς του Ηρακλή, γίνεται βασιλιάς των Μακεδόνων. Οι Αιγές γίνονται το λίκνο των Τημενιδών, της δυναστείας που θα βασιλέψει για τρεισήμισι αιώνες στη Μακεδονία και θα δώσει στην ανθρωπότητα τον Φίλιππο Β΄ και τον Μέγα Αλέξανδρο, που ξεκινώντας από τις Αιγές άλλαξαν την ιστορία της Ελλάδας και του κόσμου.

Στις βασιλικές ταφικές συστάδες της πολύχρυσης νεκρόπολης των Αιγών που βρέθηκαν ως τώρα, τεκμηριώνεται η μεγάλη ακμή της πόλης. Όσο βασιλεύει ο Αλέξανδρος Α΄ (498-454 π.Χ.) οι Αιγές γίνονται κέντρο του σημαντικότερου ελληνικού κράτους του βορρά. Στα χρόνια του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.) η αυλή των Αιγών αποδεικνύεται φιλόξενο λιμάνι για μεγάλους καλλιτέχνες που θα λαμπρύνουν με την παρουσία τους τη ζωή της πόλης. Ο σπουδαίος ζωγράφος Ζεύξις θα διακοσμήσει το νέο ανάκτορο του βασιλιά και ο Ευριπίδης θα συνθέσει εδώ τις τελευταίες τραγωδίες του.

Η μεγάλη ώρα για τη Μακεδονία και τις Αιγές, όμως, θα σημάνει με την ανάρρηση στο θρόνο του Φιλίππου Β΄, που θα συγκεντρώσει γύρω του την αφρόκρεμα της διανόησης με αποτέλεσμα η αυλή του να γίνει μήτρα παραγωγής πολιτισμού, όπως η Αθήνα του Περικλή. Ο Φίλιππος Β΄ είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από το τεράστιο οικοδομικό πρόγραμμα, που εξωράισε τις Αιγές μεταμορφώνοντας ριζικά την εικόνα της πόλης.

Το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. οι γενικότερες πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις αναγκάζουν τον Μακεδόνα βασιλιά και την οικογένειά του να μένει όλο και πιο συχνά στην Πέλλα, το λιμάνι στη βόρεια πλευρά του Θερμαϊκού που αναπτύσσεται γρήγορα σε μεγάλη πόλη. Ωστόσο, οι Αιγές παραμένουν το πατροπαράδοτο κέντρο, ο τόπος όπου βρίσκονται τα παλάτια και οι τάφοι των βασιλιάδων και εξακολουθούν να τελούνται οι κρίσιμες ιερές τελετές και οι μεγάλες γιορτές του βασιλείου.

Το καλοκαίρι του 336 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄, εκλεγμένος ηγεμόνας και αρχιστράτηγος όλων των Ελλήνων, αποφάσισε να γιορτάσει στις Αιγές την παντοδυναμία του με μια πρωτοφανή σε λαμπρότητα γιορτή. Καθώς, ακολουθώντας την ιερή πομπή, έμπαινε στο θέατρο, συνάντησε το μαχαίρι του δολοφόνου και έπεσε νεκρός μπροστά στα μάτια των συγκεντρωμένων. Ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και φρόντισε να θάψει τον πατέρα του στην βασιλική νεκρόπολη των Αιγών με τιμές που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο.

Στην αρχή της άνοιξης του 334 π.Χ. ο νεαρός βασιλιάς θα ξεκινήσει από τις Αιγές την μεγάλη εκστρατεία που θα τον κάνει κοσμοκράτορα. Οι νέες τάσεις και τα ρεύματα που γεννήθηκαν στο περιβάλλον του Φιλίππου Β΄ θα μεταλαμπαδευτούν από τον Αλέξανδρο στην Ελληνιστική Οικουμένη και θα γίνουν τα θεμέλια του λαμπρού νέου κόσμου.

Η ιστορία του κόσμου άλλαξε, όμως, η παλιά βασιλική καθέδρα πέρασε στο περιθώριο. Ακολουθώντας τη μοίρα του βασιλείου οι Αιγές καταστράφηκαν μετά την ήττα του 168 π.Χ. από τους Ρωμαίους, ξέπεσαν και σιγά-σιγά ξεχάστηκαν. Ώσπου το 1977 η σκαπάνη του Μανόλη Ανδρόνικου χάρισε στον τόπο ξανά το όνομά του και η ιστορία της Μακεδονίας άρχισε να ξαναγράφεται.

Η ιστορία του Μακεδονικού βασιλείου

Οι Μακεδνοί ή Μακεδόνες, το όνομα των οποίων παράγεται, όπως και το επίθετο μακρύς, από τη ρίζα μακ- και σημαίνει “ψηλός” ή πιο ελεύθερα “αυτός που έρχεται από ψηλά” ήταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ένα φύλο ταυτόσημο με τους Δωριείς, το οποίο αρχικά κατοικούσε στην Πίνδο.

Στις αρχές της τελευταίας προχριστιανικής χιλιετίας οι Μακεδόνες, που ήταν κατ’ εξοχήν κτηνοτρόφοι, βρίσκονται εγκατεστημένοι στην βόρεια πλευρά του Ολύμπου και στις πλαγιές και τις κοιλάδες του Μακεδονικού όρος (σημερινά Πιέρια).

Εδώ, στα νότια του Αλιάκμονα, στην «Μακεδονίδα γη» του Ηρόδοτου, στους πρόποδες του «Μακεδονικού όρους» βρίσκονται «αι Αιγεαί», ο «τόπος με τα πολλά κατσίκια», η πρώτη πόλη των Μακεδόνων. Χτισμένες στην αφετηρία του δρόμου που διασχίζοντας τα βουνά, οδηγούσε από την μακεδονική λεκάνη προς τον νότο, οι Αιγές ήταν ένα σημαντικότατο κέντρο με κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή ήδη από τον 10ο-8ο αι. π.Χ.

Απομονωμένοι στην αυτάρκεια που τους εξασφάλιζαν τα άφθονα κοπάδια, τα δασωμένα βουνά και οι εύφορες κοιλάδες, χωρίς λιμάνια και νησιά, χωρίς να αναγκαστούν να στραφούν στο εμπόριο, χωρίς να χρειαστεί να ανοιχτούν στον κόσμο ιδρύοντας αποικίες, οι Μακεδόνες, όπως και τα άλλα ακριτικά βόρεια και βορειοδυτικά ελληνικά φύλα, έμειναν έξω από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις του νότου που οδήγησαν στην δημοκρατία και διατήρησαν ως τον 4ο προχριστιανικό αιώνα το πατροπαράδοτο πολίτευμα της βασιλείας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στα μέσα του 7ου αι. π.Χ., ενώ στη νότια Ελλάδα η παλιά ιεραρχία κατέρρεε, ο Περδίκκας, ένας Δωριέας από το πελοποννησιακό Άργος, γίνεται βασιλιάς των Μακεδόνων και εγκαθιδρύει την δυναστεία των Τημενιδών, που έχοντας σύμφωνα με τον θρύλο ως γενάρχη τον Ηρακλή, είναι όπως ακριβώς οι βασιλείς της Ιλιάδας εξ αίματος απόγονοι του ίδιου του Δία.

Στο ακριτικό φυλετικό βασίλειο των Μακεδόνων θεσμοί, ήθη και παραδόσεις που χαρακτηρίζουν την κοινωνία του Ομήρου, επιβιώνουν την ώρα που στις πόλεις του νότου εδραιώνεται η δημοκρατία, από την οποία ο μεγαλοφυής Φίλιππος Β΄ θα δανειστεί ιδέες και θεσμούς ώστε, ενσωματώνοντας τους στα πατροπαράδοτα, να δημιουργήσει το νέο πολιτικό μοντέλο «της πεφωτισμένης ηγεμονίας» που θα γίνει το ιδεολογικό θεμέλιο των κρατών του Ελληνιστικού Κόσμου.